Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεραντούλα (Η). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νεραντούλα (Η). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Μαΐου 10, 2007

4. «Κάτω απ’τη μαρκίζα»

Έβρεχε, έβρεχε τόσο που είμαι σίγουρος πως ότι συνέβει δεν το είδα πραγματικά. Ήταν η καταιγίδα που έφταιγε. Τα μάτια μου δεν είχαν δει τίποτα, στην πραγματικότητα τα είχε όλα διαισθανθεί η ψυχή μου.

Βγήκα τρέχοντας από το τρένο. Όχι δεν είχα φτάσει στη στάση μου. Όχι δεν είχα και πάλι καθυστερήσει να βγώ από το βαγόνι στο σωστό σταθμό. Απλώς έπρεπε να φύγω. Ήταν σα να είχε τελειώσει η εκδρομή μου πριν την ώρα της. Είχα κατεβεί σε λάθος στάση.

Και πάλι το λέω μήπως και το πιστέψω κι εγώ. Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος για το τι ακριβώς συνέβη. Μια γυναίκα, νέα στην ηλικία - γύρω στα τριάντα, και ένας ηλικιωμένος κύριος, γύρω στα 75, σε δύο αντιδιαμετρικά αντίθετες θέσεις ένιωσα ότι είχαν μια χημεία μεταξύ τους. Δε ξέρω τι κατάλαβαν εκείνοι και κάπως δε με ενδιαφέρει κιόλας. Εγώ αυτό που κατάλαβα ήταν τρομακτικό.

Αυτός ο άνθρωπος πονούσε και αυτή η γυναίκα τον βοηθούσε από την αντιδιαμετρικά αντίθετη θέση που καθόταν να δει τον πόνο του. Μια άγνωστη, μέσα στο τρένο Πειραιά – Κηφισιά, σε μια αντιδιαμετρικά αντίθετη θέση, μια οποιαδήποτε Κυριακή του Δεκεμβρίου, στην Αθήνα της Ελλάδας. Και μέσα σ’ όλο ετούτο το σκηνικό κάτι κύλησε από το χέρι αυτής της κοπέλας και χτύπησε το πόδι του γέρου. Κάτι που δεν εκτοξεύτηκε. Απλά κύλησε με σιγουριά προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε. Ένα νεράντζι. Ένα νεράντζι που μόνο του κουνιέται και λυγιέται μέσα στο τρένο Πειραιά – Κηφισιά, μια οποιαδήποτε Κυριακή του Δεκεμβρίου, στην Αθήνα της Ελλάδας.

Αυτή η σκηνή, η σκηνή δηλαδή που δύο ξένοι άνθρωποι βιώνουν μια τόσο κοντινή στιγμή μου ήταν τρομακτική.

Βγήκα με βιασύνη από το βαγόνι. Χρειαζόμουν να αναπνεύσω. Βγήκα και κοντοστάθηκα. Πήρα μια βαθιά, μια πολύ βαθιά ανάσα, έψαξα στις τσέπες του παλτού μου και πήρα τα τσιγάρα μου. Έβγαλα ένα και το άναψα. Έκλεισα τα μάτια και τράβηξα μια βαθιά, μια πολύ βαθιά τζούρα και ένιωσα τον καπνό να φθάνει μέχρι τα νύχια μου. Τη στιγμή ακριβώς που η πορεία του καπνού έφτανε στο τέλος της και τα νύχια μου αποκτούσαν ονειρικές γκρι αποχρώσεις, άνοιξα τα μάτια. Μπροστά μου σε απόσταση 30 εκατοστών βρισκόταν το νεράντζι. Ναι, ναι, ναι το νεράντζι. Το τρένο είχε μόλις φύγει και αναλογιστείτε το παράλογο της κατάστασης: αυτό το ίδιο νεράντζι που κύλησε μέχρι το πόδι του ηλικιωμένου κυρίου που απέκτησε στο ξαφνικό μια πολύ στενή σχέση με μια νεαρή κοπέλα στο τρένο Πειραιά – Κηφισιά στην Αθήνα της Ελλάδας είχε αφ’εαυτού του κυλήσει ξανά και είχε βρεθεί μπροστά μου. Κάπως έτσι πρέπει να αισθάνονται αυτοί που βιώνουν θαύματα. Που βλέπουν παππάδες εκεί που δεν υπάρχουν, αιμάτινα δάκρυα πάνω σε θρησκευτικούς πίνακες του βυζαντινού μεσαίωνα.

Κοίταζα μπροστά σαν το βλάκα με το τσιγάρο κολλημένο στα χείλη μου και το στόμα μισάνοιχτο. Αυτό το νεράντζι έφταιγε για όλα αυτά που είχαν συμβεί εκεί μέσα. Για όλη αυτή την περίεργη, τη σχεδόν αποκρουστική σχέση του γέρου με την κοπέλα. Αυτό και τίποτε άλλο. Και τώρα στεκόταν μπροστά μου απειλητικά. Απειλητικά. Το ξαναλέω για να το πιστέψω. Α-πει-λη-τι-κά. Αν με άκουγαν οι φίλοι μου θα μου έριχναν εκείνη τη λοξή ματιά της αποδοκιμασίας και δε θα έλεγαν τίποτα. Αλλά εγώ θα ήξερα, χα, θα ήξερα.

Αυτή η ματιά, αυτή τους η σιωπή θα σήμαινε «πάλι, ρε συ, πάλι;». Ναι θα απαντούσα πάλι, αλλά αυτή τη φορά το ξέρω, στέκεται μπροστά μου απειλιτικά. Δε ξέρω τι θέλει. Ξέρω μονάχα πως με ακολούθησε γιατί κατάλαβε, πως εγώ κατάλαβα αυτό που δεν έπρεπε να καταλάβω.

Που είμαι; Κοιτάζω δεξιά κι αριστερά. Στο Ηράκλειο είμαι, το λέει η ταμπέλα. Και δεν είμαι μόνος. Εγώ παραμένω ακίνητος μπροστά του, με το τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλη μου και αυτό να είναι εκεί ακόμη μπροστά μου. Και το πιο περίεργο απ’όλα. Σκύβω προς το μέρος του, δε το κάνω εγώ το ορκίζομαι. Αλλά σκύβω. Το χαχόλικο παλτό μου έχει ήδη ακουμπήσει στα βρεμένα πλακάκια της αποβάθρας και στέκομαι στις μύτες των ποδιών. Έχω διπλώσει τα χέρια στο στομάχι και το κοιτάω. Ταλαντεύομαι στις μύτες και τα χέρια μου κουνιούνται. Μόνα τους κουνιούνται.

Απλώνω τα χέρια προς τα μπρός με τις παλάμες μου να χωρίζονται η μια της άλλης μόνο από 5 εκατοστά. Τα δάχτυλα ανοιχτά και γερμένα προς το αδέλφι τους της άλλης παλάμης. Φτιάχνουν μια φωλίτσα και έτσι απαλά χωρίς να το θέλω το πιάνουν. Το νεράντζι. Το νεράντζι είναι τώρα στα χέρια μου και το κρατώ απαλά και σφιχτά σα φυλαχτό. Ο κόσμος περνάει δίπλα μου και με κοιτάζει. Εγώ είμαι εκεί ακόμη να στέκομαι στις μύτες σκυφτός και στις παλάμες μου να έχω ένα νεράντζι. Σηκώνομαι αργά, τα πόδια τεντώνουν, τα χέρια το σφίγγουν και εικόνες μπαίνουν ορμητικά μέσα στο μυαλό μου.

Αυτό φωνάζει, ουρλιάζει «όχι μη, όχι φοβάμαι», και κάτι άλλο είναι εκεί. Κάτι που μιλάει και λέει πράγματα δικά μου, που τα ξέρω και τα έχω ξανακούσει μα ποτέ, ποτέ δεν κάλυψαν τη φωνή του, αυτού που τώρα φωνάζει και ουρλιάζει. Και αυτή η δεύτερη φωνή τώρα μιλάει, μιλάει και δε σταματά. Βρήκε το κουράγιο να τα πεί, βρήκε τον τρόπο και δε σταματά. Σιγανά κι αργά στην αρχή και μετά γρήγορα και πιο δυνατά, πιο δυνατά, πιο δυνατά. Και δεν ακούω τίποτα άλλο παρά αυτή τη φωνή να μου λέει «ΕΓΩΙΣΤΗ» και δεν απαντώ. Το ξέρω πως έτσι είναι «ΕΓΩΙΣΤΗΣ». Εγωιστής από την αρχή μέχρι το τέλος και τίποτα άλλο.

Και το ουρλιαχτό, το πρώτο ουρλιαχρό έχει σωπάσει. Έχει λουφάξει στη γωνιά του κι ακούει κι αυτό. Δε μπορεί να κάνει αλλιώς, ακούει όπως κι εγώ. Και η άλλη φωνή συνεχίζει να μιλάει και χειρονομεί, ζητάει το χώρο της και φέρνει αρώματα, χρώματα, εικόνες στο μυαλό μου. Και ξέρω που το πάει. Με προετοιμάζει γιαυτό που δε θέλω να δώ χρόνια τώρα. Καταχονιασμένες εικόνες, αραχνογεμισμένες. Εικόνες από σέπια που τις άφησα να μουχλιάσουν – λέει η φωνή – αντί να τις βάλω πρώτη θέση μόστρα στη μεγάλη τους κορνίζα και να τις βλέπω κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό. Και να τις ξεσκονίζω και να τις γυαλίζω. Γιατί αυτές οι εικόνες είμαι εγώ.

Να ‘τες ήρθαν και σφίγγω τα δόντια αλλά θα μείνω εδώ για να τις δώ, σα ταινία. Θα τις δώ κι ας μη δώ τίποτα άλλο μετά.

Ένας άντρας, εγώ, σε ένα σπίτι μικρό κι όμορφο περιφέρεται μέσα σα να είναι δικό του. Ναι, δικό του είναι. Και τα ‘χει όλα. Και την κουζίνα του τη μικρή, την κίτρινη κουζίνα του με τα άσπρα γυαλιστερά ντουλάπια της από λαδομπογιά και το μαρμάρινο νεροχύτη της. Κι έχει κι ένα δωμάτιο αυτό το σπίτι. Με κρεβάτι και δύο κομοδίνα γεμάτα βιβλία. Και από ένα πορτατίφ σε κάθε ένα. Το κρεβάτι μεγάλο, με ουρανό και κρέμονται δυό άσπρα – κάτασπρα κουρτινάκια αραχνούφαντα. Και είναι ξέστρωτο. Χριστέ μου πόσο μ’αρέσει το ξέστρωτο κρεβάτι. Νιώθω πως γι’αυτό είναι φτιαγμένα τα σεντόνια και οι κουβέρτες, για να πετιούνται δεξιά κι αριστερά. Να είναι πεταμένα κάτω, να σέρνονται στο πάτωμα, να μαζεύουν τη σκόνη του. Κι αυτοί που τα ζεσταίνουν αυτά τα σεντόνια να την αναπνέουν τη σκόνη τους. Δική τους είναι.

Κι ένα σαλονάκι έχει τόσο δα. Με ένα ξύλινο καναπεδάκι που γίνεται κι αυτό κρεβάτι. Και τραπεζάκι έχει και καρέκλες και κηροπήγια και μπουφέ. Όλα τα έχει το σπιτάκι, όλα.

Κι ο άντρας κινείται περίεργα. Με βιάση, χωρίς θυμό. Κρατάει στο χέρι του πράγματα του σπιτιού. Ρούχα, βιβλία, το ένα κομοδίνο. Όλα στο ένα του χέρι. Και γυρίζει δεξιά κι αριστερά να τ’απογυμνώσει το σπιτάκι. Να τ’ αφήσει μισό. Να πάρει ότι χωράει στο ένα του χέρι και να φύγει.

Γυρίζει στην κουζίνα. Βλέπω μια γυναίκα, ίδια με το σπίτι. Μικρή, προσεγμένη, γλυκειά. Με μάτια μικρά, δόντια μικρά, μύτη μικρή, μαλλιά μαύρα, χείλια κόκκινα, μάτια κόκκινα, μάγουλα κόκκινα, μύτη κόκκινη. Τον βλέπει και το κεφάλι της το βάζει μέσα στα δυό της χέρια. Κι αυτό κάτι λέει. Κάτι παράταιρο. Αυτός είναι άσπρος κι αυτή κόκκινη. Τι έχουν να πουν μεταξύ τους, τίποτα. Και κρατάει το μισό σπιτάκι στο ένα του χέρι.

Κι αυτή σηκώνεται απότομα, και τώρα καταλαβαίνω τι το ήθελε ελεύθερο το άλλο χέρι. Για να τη σταματήσει. Να τη σταματήσει που θέλει να τον σταματήσει να μη γυμνώσει το μικρό της το σπίτι. Και κάτι λέει ακόμη, κάτι για τη λογική του και την αξιοπρέπειά του που δε μπορεί να τις παρακούσει. Μα τι λέει, τα μάτια της είναι κόκκινα κι αυτός είναι άσπρος. Γυρίζει την πλάτη και πίσω του αφήνει τη ξεγνοιασιά της εκδρομής, αφήνει πίσω του τη στάση τη σωστή. Κι ανοίγει την πόρτα και βγαίνει έξω κρατώντας στο ένα του χέρι το μισό σπιτάκι. Και κάπου μπαίνει και κάπου βγαίνει και πάντα κρατά στο χέρι του τα πράγματά του. Ώσπου κάπου τ’αφήνει και φεύγει. Κλειδώνει την πόρτα πίσω του και φεύγει.

Όλα γίνονται θολά για λίγο. Όλα γίνονται γκρί, θολό γκρί. Σαν τα μάτια του. Και όταν καθαρίζουν πάλι μπροστά μου βλέπω μια μέρα σαν τη σημερινή. Φαίνεται σα φωτογραφία το τοπίο τούτο της βροχής. Ο άντρας τρέχει γιατί βρέχει. Είναι αδύνατος, πολύ αδύνατος και γύρω από τα ματιά του έχει από τρεις κάθετες χαρακιές. Ο χρόνος, είτε χαράζει, είτε λειαίνει.

Βρέχει πάντως, βρέχει κι αυτός τρέχει μ’ ένα παλτό χαχόλικο να κρέμεται από πάνω του και μια τσάντα πάνω απ’ το κεφάλι του να προστατεύει ότι μπορεί κι αυτή. Ψάχνει κάπου να κρυφτεί και δε βρίσκει. Τα κτίρια είναι ψηλά γύρω του και λεία. Δε τη σταματούν τη βροχή. Ψάχνει κάπου να κρυφτεί. Ένα σπίτι μόνο σ’όλο το δρόμο έχει μια παλιά μαρκίζα που κρέμμεται ξυλομένη και βρίσκει ένα απάγκιο να σταθεί. Στέκεται. Τινάζει το νερό από πάνω του και κοιτάει το ρολόι του. Δίπλα του υπάρχει κάποιος που τον κοιτάει. Νιώθει το κοίταγμά του και γυρίζει ανέμελα. Το πρόσωπό του άσπρο. Τα μάτια του γκρί. Ξέρει σε ποιόν ανήκει εκείνο το κόκκινο πρόσωπο. Και το πρόσωπο χαμογελά και κραδαίνει ένα τόσο δα μικρό χεράκι που μένει μετέωρο στον αέρα γιατί το δικό του χέρι δε σηκώνεται. Μένει κολλημένο στο πλευρό του. Εκείνη μαζεύει το δικό της με χάρη και κάνει να μιλήσει. Κάτι λέει, τον ρωτάει τι κάνει, που μένει, που κοιμάται και πως ζεί, κι αυτός μένει έτσι. Δε μιλά, βροντά μέσα του και το μυαλό του του λέει «σκάσε έχεις ήδη πεί πολλά». Ούτε να αντιτάξει την ευγένια δε μπορεί. Δεν απαντά. Μένει να κοιτά μ’αυτά τα γκρίζα μάτια που μοιάζουν να αντιγράφουν τη βροχή. Εκείνη κοιτά για λίγο σαστισμένη. Η βροχή έχει κι άλλο δυναμώσει. Το πρόσωπό της κοκκινίζει, τα μάτια κοκκινίζουν, τα χείλη κοκκινίζουν και τα δόντια φαίνονται άσπρα μέσα απο αυτό το κατακόκκινο μισάνοιχτο στόμα. Σάλιο τα καλύπτει και μια μικρή άσπρη γραμούλα του έχει κολήσει εκεί στην ένωση του πάνω με του κάτω χειλιού. Αυτή την άσπρη γραμμούλα που εκείνος ήξερε πολύ καλά τι να την κάνει. Μα την άφησε εκεί να την πλύνει η βροχή.

Εκείνη χωρίς βιάση έστριψε το σώμα αριστερά τον προσπέρασε ακουμπώντας απαλά το χέρι της στον ώμο του και έφυγε μέσα στη βροχή. Δεν περπατούσε γρήγορα, βάδιζε λες και κάτω από τον πιο λαμπρό ήλιο. Βάδιζε αργά κάτω απ’αυτή τη γκρίζα βροχή. Κι αυτός εκεί να έχει γυρίσει να τη δεί να απομακρύνεται αργά. Μόνη της. Και σκέφτηκε εκείνο το σπιτάκι που το γύμνωσε κρατώντας ότι μπόρεσε να βάλει στο ένα του χέρι. Δεν έκανε τίποτα. Έμεινε εκεί μέχρι να κωπάσει η βροχή. Έβαλε τη τσάντα πάνω απ’το κεφάλι κι έφυγε όπως ήρθε. Τρέχοντας μόνος, προσέχοντας μη πέσει νερό στο κεφάλι του, του προκαλεί ημικρανία.

Και να την πάλι η βροχή. Και να το πάλι το παλτό. Αυτό το χαχόλικο παλτό να κρύβει τη γύμνια μου. Με βλέπω τώρα καθαρά. Και στο χέρι μου κρατάω ένα νεράντζι και ο κόσμος να περνά και να με κοιτά. κι έχω πια καταλάβει. Το τρένο έφυγε και μου άφησε ένα πρώιμο χριστουγεννιάτικο δώρο. Ήρθε η ώρα. Έτσι ακίνητος με το ένα χέρι μου γεμάτο να κρατάω κάτι και το άλλο ελεύθερο για να σκαλίσω. Μπήκα, μετά από τόσο καιρό, στο μέρος εκείνο που άφησα τα μισά πράγματα του μικρού σπιτιού. Τα πράγματα που είχα και τότε κρατήσει στο ένα μου χέρι. Το άλλο το είχα ελεύθερο για να τη σταματήσω. Και ήταν όλα εκεί τα πράγματα μου εκεί. Ούτε σκόνη, ούτε σκόρος, ούτε μούχλα. Ήταν όλα εκεί.

Έπρεπε να τα δώ για μια ακόμη φορά. Να τα πιάσω, να τα μυρίσω, να τα ακούσω να βογκάνε από μοναξιά. Να τα γευτώ. Κι έπιασα δουλειά. Φασίνα. Σκούπα, φαράσι, σφουγγαρίστρα και πριν προλάβω ούτε κιχ να κάνω ήταν όλα αστραφτερά. Έλαμπαν. Σα βιτρίνα είναι πια αυτό το μέρος. Μια όμορφη αστραφτερή βιτρίνα. Γκρί, στρογγυλή βιτρίνα, με άσπρο ξέξασπρο να λάμπει γύρω της. Και πίσω της ένα αστραφτερό χαμόγελο. Καθρέφτης έγινε το μισό σπιτάκι και μέσα του βλέπω τα μάτια μου.

Έσκυψα ξανά. Το παλτό ακούμπησε και πάλι στα βρεμμένα πλακάκια της αποβάθρας. Ακούμπησα το νεράντζι εκεί ακριβώς που το είχα βρεί. Μου φάνηκε λιγάκι πιο πορτοκαλί. Γύρισα να φύγω. Τρέχω χωρίς να το καταλάβω και αισθάνομαι το πρόσωπό μου κόκκινο, το στόμα μου κόκκινο, τη μύτη μου κόκκινη. Τρέχω. Γυρίζω ξαφνικά το κεφάλι. Μια γυναίκα δίπλα του, μια γυναίκα στα μαύρα και οι ρυτίδες της να μοιάζουνε ποτάμια γύρω από τα μάτια της. Μια γυναίκα μέσα στο κλάμα, σκέφτηκα. Αυτά τα δάκρυα της φτιαξαν τα ποτάμια και χαράξανε τα μάτια της. Όμορφα μάτια, έχουνε δει και έχουνε δει... Το νεράτζι όλα θα τα δεί, είπα χαιρέκακα μέσα μου. Το κεφάλι και πάλι μπροστά. «Ευτυχώς», σκέφτομαι, «δε ξέρω όσα η καταιγίδα, μα έχω τόσα - τόσα για να σου πώ».

Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2007

3. Μετά το Πάρτι

Ξύπνησα τη στιγμή ακριβώς που ένα τεράστιος μελαχρινός τύπος, με μια κακομούτσουνη ξανθιά με ύφος εκατό καρδιναλίων και μούσκλια να κρέμονται από τα μπράτσα του, έπαιζε αναίσχυντα 100 ευρώ πάνω στον κώλο μου. Το κεφάλι μου πονούσε φριχτά, αλλά ευτυχώς δε μπορώ να πω το ίδιο και για τον κώλο μου!

Αριστερά μου ήταν εκείνη... Ξέρεις πως λέει το τραγούδι για κείνη έτσι; Με το δέρμα της στο χρώμα του ελεφαντοστού, γυμνή με το ένα χέρι κάτω από το μαξιλάρι το άλλο αφημένο, σχεδόν αναίσθητο πάνω στη πλάτη μου. Τα μαλλιά της, αυτά τα μαλλιά θα στοιχειώνουν τις μέρες μου το ξέρω, κοντοκουρεμένα αλλά κρατώντας ακόμη λίγη από την αίγλη τους ήταν τα μόνα που έβλεπα από το κεφάλι της.

Τα δύο κτήνη, μάλλον και άλλα κτήνη μαζί τους είχαν ποντάρει και στο δικό της κωλαράκι άλλα εκατό. Τη στο διάολο ρε πούστη μου, σκέφτηκα, για τον ιππόδρομο περάσανε τους κώλους μας.

Σηκώθηκα χωρίς να κοιτάξω κανένα, κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και τρέκλισα ανεπαίσθητα προσπαθώντας να σηκωθώ. Έψαχνα τα ρούχα μου. Τουλάχιστον ένα βρακί, ένα σεντόνι να σκεπαστώ. Δε βρήκα τίποτα. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Έπρεπε να σηκωθώ γιατί αυτός και αυτή με κοιτούσαν ακόμη πολύ έντονα, χαμογελώντας πλατιά αλλά κρατώντας μια σιωπή που με έκανε να αισθάνομαι χειρότερα από ποτέ!!! Εκείνη δεν είχε καταλάβει τίποτα. Στεκόταν ακόμη στην ίδια στάση με τα γελοία πράσινα χαρτονομίσματα στο γλουτό της να γυαλίζουν. Να γυαλίζουν, ειλικρινά με τρόπο αηδιαστικό! Αυτά τα χρήματα είχαν άξαφνα φτηνύνει ότι ήταν αυτό που ζήσαμε παρέα και εγώ δε θυμόμουν. Ήταν αδύνατο να θυμηθώ. Αυτά τα λεφτά είχαν χαλάσει τα πάντα. Είχαν κάνει το χρόνο ξαφνικά να κυλήσει απίστευτα γρήγορα. Σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω πανικοβλημένος στο σπίτι.

Διάδρομος μια κάλτσα, ευθεία - στρίβω δεξιά μπάνιο, δεύτερη κάλτσα και εσώρουχο. Είχα μόλις βρει τα απαραίτητα. Πίσω ευθεία και αριστερά. Δωμάτιο μπλούζα και παπούτσια. Άδικο, αυτό είναι άδικο, έπρεπε να βρω πρώτα το παντελόνι πριν με φάνε τα φαντάσματα σ’αυτό το περίεργο βιντεοπαιχνίδι. Πάλι πίσω και τρέχω προς την κουζίνα. Δίπλα στη πόρτα της πάλι αυτός και αυτή να με κοιτούν. Το χαμόγελο τους έχει χαθεί... Ευτυχώς. Συνεχίζω τη κούρσα μου και ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ βρίσκω ένα παντελόνι. Το φοράω, δένω τα παπούτσια. Το δεξί μου πόδι ασφυκτιά, το αριστερό το νιώθω καλύτερα.

Το τρέξιμο μέσα σ’ αυτό το σπίτι, που όσο περνούσε η ώρα μου φαινόταν ολοένα και πιο κρύο, απέβη άκαρπο. Δεν υπήρχαν σημάδια. Δεν υπήρχαν σημάδια που να μου έδειχναν ότι θα μπορούσα να έχω υπάρξει κάτοικός του. Έχοντας βρει τα ρούχα μου κατευθύνθηκα με κεκαλυμμένα τα κόμπλεξ προς την πόρτα του σπιτιού. Μια τόσο κοινή πόρτα σε ένα τόσο κοινό διαμέρισμα. Κοντοστάθηκα μπροστά της και το χαμόγελό εκείνης φάνηκε να ζωγραφίζεται επάνω στο άσπρο βαμμένο της ξύλο. Ναι το χαμόγελο εκείνης που στεκόταν, ζεστή ακόμη, με το ένα χέρι κάτω από το μαξιλάρι στο διπλανό δωμάτιο. Εκείνης που στον κώλο της επάνω ο μαυριδερός και η ηλίθια ξανθιά φίλη του με τα μαύρα ρούχα και τα κάτωχρα πρόσωπα πόνταραν ασήμαντα μικροποσά. Ποια ήταν, γιατί ήταν εδώ και εγώ μαζί της, γιατί; Ένα τσίμπημα, εκεί ψηλά αριστερά στο στέρνο. Ένα τόσο δα τσίμπημα και το χέρι μου άνοιξε την πόρτα.

Ξεχύθηκα στο μικρό διάδρομο του 4ου ορόφου. Το ασανσέρ μπροστά μου και έτοιμο να με κατεβάσει. Να φύγω, να φύγω ήθελα και να στριγκλίσω μέχρι που οι χορδές μου να σπάσουν με πάταγο. Έπρεπε να φύγω, όπως ήμουν. Και μπήκα μέσα στο μικρό κουβούκλιο των 2 ατόμων. Και με κατέβασε χαμηλά. Και βγήκα στο δρόμο και άρχισα να τρέχω.

Ο δρόμος. Πάντα ο δρόμος να είναι μπροστά μου και τα αυτοκίνητα παρκαρισμένα και....πάλι εκείνη να χαμογελά, μέσα απ’ τα τζάμια. Και πάλι εκείνη να βάζει το στεφανωμένο από κόκκινα μαλλιά κεφάλι της μέσα στα δυο της χέρια που ακουμπούσαν στα γόνατα και να κλαίει. Αυτά τα δύο έβλεπα μπροστά μου. Τα διάφορα κλάματα και γέλια, σα μιας ολόκληρης ζωής, να ξεπροβάλουν από παντού. Μέσα από καθρέφτες, μέσα από σπίτια, μέσα από παράθυρα και πόρτες!!!

Οι πόρτες, οι πόρτες που όπως και να ήταν έφεραν πάνω τους τη μορφή της. Τη μια με βαριά κόκκινα ρούχα, με γάντια και σκούφους. Την άλλη με άσπρα αραχνοΰφαντα. Μια μορφή που έπαιρνε συνεχώς καινούργιο σχήμα. Πιο πυκνό. Πιο στιλπνό. Λιγότερο σκιά και περισσότερο χώμα και νερό. Και εγώ να τρέχω, χωρίς να νιώθω τα πόδια μου να ακουμπάνε πουθενά, χωρίς να νιώθω την αναπνοή μου να ζορίζεται. Να τρέχω χωρίς σκοπό, αλλά να οδηγούμαι κάπου. Και η μορφή της παντού. Να αλλάζει το χαμόγελο, μα είμαι σίγουρος, πως ο ήχος του γέλιου της έμενε ίδιος. Μόνο αυτό ίδιο, όλα τα άλλα να φθείρονται.

Έφτασα στο παλιό τρένο. Αυτό με τους ομοιόμορφους τσιμεντένιους σταθμούς και το ίδιο σκασμένο πάτωμα. Αυτό το πάτωμα που μοιάζει με ρυτιδιασμένο πρόσωπο, το χαραγμένο από χίλιες εκφράσεις. Αυτό το πάτωμα που μέσα του ξεπρόβαλε πάλι το πρόσωπό της. Πιο λευκό από ποτέ. Πιο χαμογελαστό από ποτέ, αλλά τόσο μα τόσο κουρασμένο. Ήθελα και πάλι να τρέξω, να φύγω. Για πρώτη φορά όμως το πρόσωπο ήθελε κάτι να πει. Ήταν έτοιμο να μιλήσει κι εγώ δεν ήθελα καθόλου να ακούσω, δεν ήθελα να το ακούσω να μιλά. Τα μάτια του είχαν γραμμές γύρω τους και μέσα στις γραμμές ένα μαύρο απόκοσμο. Μαύρο και άσπρο το πρόσωπό της και το χαμόγελο ακόμη να γνέφει. Ίδιο κι απαράλλακτο. Τα μαλλιά ξασπρισμένα και τα μάτια ξεπλυμένα σα πολυφορεμένα μαύρα ρούχα.

Σώθηκα από το τρένο που έφτασε. Το πορτοκαλί τρένο που βγάζει αυτό τον στριγκό ήχο όταν σταματά, γιατί τα μέταλλα ακουμπάνε μεταξύ τους και δεν ταιριάζουνε, φωνάζουν, πνίγονται. Οι πόρτες - ξανά και ξανά οι πόρτες - άνοιξαν και χώθηκα μέσα με μια μόνο κίνηση. Κάθισα παράθυρο κοιτώντας έξω. Το παράθυρο γέμισε από εικόνες της. Από σκηνές ταινίας, μιας ταινίας γεμάτης ποτήρια λευκό κρασί, finger food, γέλια και κλάματα. Συνεχώς η ίδια ταινία, ξανά και ξανά από την αρχή η ίδια ταινία. Δεν αντέχω άλλο αυτή την βουβή προβολή και φυλακίζω το κεφάλι στα χέρια ανάμεσα στα γόνατά μου. Και ξαφνικά η ταινία αποκτά ήχο που βγαίνει από μπρος μου. Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω ένα ζευγάρι, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι κάθεται με σταυρωμένα χέρια, τις τσάντες τους στα γόνατα. Η απόλυτη ευπρέπεια. Μιλάει τόσο χαμηλόφωνα όσο επιβάλλουν οι κανόνες της καλής συμπεριφοράς και περιγράφει. Ακούω ψιθύρους, ταιριαστούς, απόλυτα ταιριαστούς με τις εικόνες που προβάλλονται στο τζάμι. Και ξαφνικά οι ψίθυροι γίνονται ήχοι και εγώ τους καταλαβαίνω:

- «Τόσο αγαπημένοι», είπε η γυναίκα, «πενήντα χρόνια αγάπη». «Έτσι είναι» της είπε ο άντρας, «όπως τα λες»...

Και αυτό που περιγράφουν αποκτά στα αυτιά μου μια περίεργη βαρύτητα και το κάθισμα με ρουφάει, σιγά αλλά σταθερά, το κάθισμα με ρουφάει. Το πόδι μου, το αριστερό μου πόδι σκοντάφτει, έτσι καθισμένο όπως είναι σκοντάφτει σε μια στρογγυλή μπάλα. Γνέφω να κοιτάξω και βλέπω ένα τόσο δα μικρό πορτακολοκίτρινο μπαλάκι που έχει ακουμπήσει στο πόδι μου. Όλα είναι καθαρά πιά. Φωτογραφήθηκαν πάνω στη φλούδα του και μοιάζουν να έχουν μπεί όλα στη θέση τους. Και την βλέπω καθαρά. Και με βλέπω καθαρά: τα χέρια μου ιδρώνουν, τα μαλλιά μου ασπρίζουν, το πρόσωπό μου γεμίζει ρυτίδες και τα ρούχα μου βάφονται μαύρα και καταλαβαίνω όλο και καλύτερα˙ κι όλα είναι πια καθαρά, όπως το χαμόγελο της.

«Από τη μια στιγμή στην άλλη...όλα ήταν καλά», ξαναείπε εκείνη. Μια γεμάτη ζωή. Μ’ ένα βήχα άρχισαν όλα, ξαφνικά. Τι είναι ένας βήχας; Ένα κρύωμα. Κι όμως, έτσι ήρθε...Ο καρκίνος (χαμηλόφωνα), τα νοσοκομεία, οι ελπίδες κι η απογοήτευση. Και το ξεπέρασε, το ξεπέρασε με το χαμόγελο όπως πάντα. Και γύρισε σπίτι της. Πέρασαν...τι... ένας, δύο μήνες καλοί, πάντα με το ίδιο χαμόγελο, με την ίδια διάθεση για ζωή, ώσπου εχθές το πρωί πήγε στο μπάνιο και είπε δεν αισθάνομαι καλά. Κάνε με ένα μπάνιο, του είπε, στόλισέ με, χτένισέ με, χάιδεψέ με, σήμερα θα πεθάνω. Το διανοείσαι; Σήμερα θα πεθάνω... Και τα έκανε όλα γελώντας κι εκείνος, κοροϊδεύοντας την. Την έλουσε, την έπλυνε, την έβαλε στο κρεβάτι γυμνή όπως κοιμόταν πάντα και πήγε να φωνάξει το γιατρό τους. Και όταν γύρισε, εκείνη ήταν ακόμη έτσι, ακίνητη. Το ένα χέρι κάτω από το μαξιλάρι, το σεντόνι μισοπερασμένο να κρύβει τον κορμό της. Έτσι ξάφνου... Χριστέ μου έτσι ξαφνικά, κατάλαβε ότι έφυγε. Είμαι σίγουρη πως και σ’ αυτή την κατάσταση θα σκεφτόταν όπως πάντα, όπως έκανε σε όλη της τη ζωή - αυτή τη ζωή που την έζησε αγόγγυστα σα γιορτή. Ένα πράγμα θα ρωτούσε μόνο ακόμα και σήμερα, μετά από τόση γιορτή: ‘ Και τι, τώρα τι, έτσι θα μείνουμε, εδώ να περιμένουμε το πότε πάλι; Θα τα κανονίσουμε όλα τώρα, όλοι, εδώ’. Ήταν εκείνη που είχε πάντα τη λύση. Ήξερε πάντα τι θα επακολουθούσε. Και τώρα, μόνο αυτή ξέρει, απ’ όλους μας μόνο αυτή, πρώτη απ’ όλους. Εμείς όλοι θα μείνουμε - για πόσο ακόμη άραγε - να αναρωτιόμαστε... Και μετά το πάρτι, τι;»

Κυριακή, Φεβρουαρίου 11, 2007

2. Ο καυγάς

Μου ήταν αδύνατον να καταλάβω πως του ήρθε αυτού του ανθρώπου να μου φέρει στα γενέθλιά μου για δώρο ένα νεράντζι. Ναι, το ξέρω πάρα, μα πάρα πολύ καλά πως το νεράντζι κάνει καταπληκτικό γλυκό, αλλά πρώτον εγώ δεν τρώω γλυκά και δεύτερον, ποιός στο διάλο θα το φτιάξει το γλυκό; Δεν τον καταλαβαίνω αυτόν τον άνθρωπο. Μου είπε μονάχα πως από το πουθενά μύρισε μια μυρωδιά μοναδική. Και τον ρώτησα τι σημαίνει «μυρωδιά μοναδική» αλλά το μόνο που εισέπτραξα για απάντηση είναι αυτό το παγωμένο βλέμμα που σημαίνει δύο πράγματα: 1ο είσαι παντελώς ηλίθια, διότι δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ και 2ο είσαι παντελώς ηλίθια, που δεν περιμένεις να ακούσεις τη συνέχεια, προτρέχεις και μένεις στις λεπτομέρειες, χωρίς να περιμένεις την ουσία. Συνέχισε, λοιπόν, αφού είχα κατεβάσει τα μάτια μέχρι τις μύτες των παπουτσιών μου, λέγοντάς μου πως τέτοιο πράγμα δεν είχε ξαναμυρίσει στη ζωή του. Ήταν λες κι όλη η Άνοιξη είχε μπει μέσα στα ρουθούνια του. Το περίεργο ήταν ότι εκείνος ήξερε πολύ καλά από που ερχόταν όλη αυτή η πανδαισία και δεν μπορούσε παρά να πάει να τη βρει. Κατέβηκε από το Λεωφορείο στη Φιλελλήνων. Έστριψε αριστερά στην Καραγιώργη Σερβίας και δεξιά στη Βουλής. Ένιωθε ότι πλησίαζε. Πέρασε έξω από το Πλαίσιο και συνέχισε να προχωρά στο δρομάκι. Στα δεξιά του η βιτρίνα του Habitat μπροστά του η Παλιά Βουλή. Κοντοστάθηκε. Αριστερά να πάει η Δεξιά; Για πρώτη του φορά άκουσε μια μυρωδιά, όπως του έλεγε συχνά η γιαγιά του «την ακούς τη μυρωδιά, την ακούς και την παρακούς». Η μυρωδιά, ναι αυτή που άκουγε, του έλεγε δεξιά. Το ένστικτό του αριστερά. Γιαυτό κοντοστεκόταν. Ένα βήμα δεξιά, ένα αριστερά. Σα τρελό φορτηγό. Η μυρωδιά έγινε ανυπόμονη και τα βήματα πήγαν από μόνα τους δεξιά. Βγήκε στη Κολοκοτρώνη και πάλι η βιτρίνα του Habitat, πλουμιστή και γεμάτη χρώματα. Αλλά η μυρωδιά εκεί, επιτακτική. Και προχωρώντας την είδε τη μυρωδιά του. Μια μικρή νεραντζιά χωμένη ανάμεσα σε ένα στύλο της ΔΕΗ, ένα σταθμαρχείο της ΕΘΕΛ και ένα φανάρι. Μια μικρή νεραντζιά φουντωτή και πάνω της ένα και μοναδικό νεράντζι. Από ‘κεί ερχόταν η μυρωδιά που μύριζε, άκουγε και τώρα την έβλεπε. Μα δεν του έφταναν αυτά, όχι ήθελε και να την ακουμπήσει ήθελε και να τη γευτεί. Το βήμα του έγινε σταθερό. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, 28 βήματα χρειάστηκε. Άπλωσε το χέρι. Τα φύλλα σαν να κλείστηκαν πάνω του. Τα κλαδιά σα να μάζεψαν για να του φράξουν το δρόμο και τα αγκάθια όλα με μιας καρφώθηκαν στον αριστερό του αντίχειρα. Δε σταμάτησε. Άπλωσε περισσότερο το χέρι να πιάσει την πηγή της μυρωδιάς του. Και το έπιασε. Ένα μικρό νεράντζι.

Ήρθε κατευθείαν στο σπίτι μου μετά και μου τα διηγήθηκε όλα. Τα μάτια του γυάλιζαν όσο ποτέ. Αυτά τα καστανά, βαθιά μάτια γυάλιζαν. Δεν τα είχα ξαναδεί ποτέ έτσι κι ας έχω περάσει μαζί του πράγματα και θάματα. Μου είπε πως το νεράντζι ήταν δικό μου. Ήταν το δώρο για τα γενέθλιά μου. Τα ξίνισα τα μούτρα μου το ομολογώ. Θα προτιμούσα ένα διαμάντι στο μέγεθος του νεραντζιού. Να το βάλω στο αριστερό μου χέρι και να γέρνω από τη μια σα σαπουνοκασέλα. Και του το είπα αυτό, συμπληρώνοντας την ατάκα «τρώγονται τελικά τα νεράντζια;». Αυτό πρέπει να ξεχείλισε το ποτήρι της αγανάκτησής του απέναντι στην απύθμενη βλακεία μου γιατί σηκώθηκε κι έφυγε. Δεν είπε ούτε γεια. Ούτε κι εγώ είπα. Κάτι με κράτησε. Θα του τα έλεγα όλα αύριο.

Χρειάστηκαν τουλάχιστον 10 λεπτά για να συνέλθω. Στα κανονικά μου όλο αυτό θα ήταν ασήμαντο. Θα είχε φύγει έτσι και χωρίς δεύτερη σκέψη θα έμπαινα στο μπάνιο για να κάνω όλα αυτά που κάνω εγώ στο μπάνιο. Την ιεροτελεστία μου. Να γδυθώ, να παρατηρήσω το κορμί μου μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Να μετρήσω μία μία τις ραγάδες, να παρατηρήσω τα ολίγον από πεσμένα κωλομέρια, να μετρήσω τις άσπρες τρίχες και να δω μέχρι που έχει φτάσει η ρίζα στο μαλλί. Μετά θα γέμιζα τη μπανιέρα μέχρι τη μέση, θα άδειαζα μέσα το μισό αφρόλουτρο, τα άλατα και άλλα πολλά και θα έφτιαχνα μια σούπα από καταπραϋντικό βοδινό, δυναμωτικό σέλινο και γευστική ντομάτα. Θα έμπαινα μέσα και θα πλενόμουν αργά, αργά, αργά. Με ηδονή.

Όλα αυτά δεν έγιναν καθόλου έτσι. Μετά τα 10 λεπτά σχεδόν άπνοιας, σηκώθηκα έτρεξα στο μπάνιο και έκανα ένα πάρα πολύ μικρό ντους. Η ώρα είχε φτάσει ήδη 9 και στις 10.30 έπρεπε να είμαι στη Βούλα. Το μαγαζί άνοιγε νωρίς σήμερα. Κάποιο σχολείο λέει είχε χορό. Έκανα τα μισά και αυτά με αγωνία. Το νεράντζι το είχα μαζί μου αλλά και να μην το είχα εκεί μπροστά μου ήταν συνεχώς στη σκέψη μου. Σκέψου εικόνα: ένα νεράντζι σφηνωμένο ανάμεσα στα μάτια μου σα το μαχαίρι ενός αιμοσταγούς δολοφόνου. Ντύθηκα και βάφτηκα όπως όπως, και έφυγα τρέχοντας κρατώντας στο χέρι μου τι άλλο... Το νεράντζι.

Πήρα ταξί και έφτασα στην έξοδο του Μαγαζιού στις 10.25. Μωρέ μπράβο μου, μόνο την πρώτη μέρα σε αυτή τη κωλοδουλειά ήρθα στις και 25. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Μπήκα μέσα και έπιασα κατευθείαν δουλειά. Τραπέζια, ποτήρια, κους κους, τραπέζια ποτήρια, κους κους. Ο μπάρμαν, μεγάλο ψώνιο, με τα γλοιώδη κομπλιμέντα του, είχε ήδη αρχίσει να μου τη δίνει στα νεύρα. Τα νεράντζι στο χέρι μου.

Ο κόσμος άρχισε να μπαίνει γύρω στις δώδεκα. Οι ίδιες φάτσες. Κάθε βράδυ οι ίδιες φάτσες. Τους ξεχωρίζεις τι είναι ο καθένας στα 30 δευτερόλεπτα: οι Λολίτες, πολλές Λολίτες, όσο πάνε και γίνονται περισσότερες, λαίλαπα. Οι γκόμενοι, τα γκομενάκια, οι γαμιάδες, οι αγάμητοι, οι φάσιον βίκτιμς, οι λεφτάδες, οι μπατίρηδες, όλοι εκεί μέσα. Όλοι μαζί. Γέμισε το μαγαζί μέχρι τη 1. Κόσμος, παντού ο κόσμος. Να πίνει, να κινείται να χορεύει. Παντού ο κόσμος. Και γύρω στις 2 μπήκε αυτός. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Κρατούσα ένα δίσκο με βρώμικα ποτήρια όταν τον είδα στην είσοδο. Αν κάπως φανταζόμαστε τον αντίχριστο, έτσι ήταν. Ψηλός, μελαχρινός, με άσπρο σακάκι, τζιν ξεπλυμένο, μαύρα μυτερά παπούτσια, χωρίς μπλούζα. Και τα μάτια του, τα μάτια του έβγαζαν φωτιές. Το έβλεπα από 50 μέτρα απόσταση και 1200 άτομα ανάμεσά μας. Αυτός είχε έρθει με κάποιο σκοπό εδώ μέσα. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Τον παρατηρούσα με το δίσκο να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου. Ακίνητη. Κάποιος με έσπρωξε και προχώρησα. Έφτασα με κόπο στο μπαρ και άφησα τα ποτήρια. Γύρισα το κεφάλι μου και αυτός ήταν ο μόνος που έβλεπα.

Κινήθηκε με άνεση στο χώρο και πλησίασε μια παρέα που καθόταν όπως όλες οι άλλες παρέες πίνοντας, χορεύοντας. Τους χαιρέτισε όλους και ο χορός τους σταμάτησε. Σαν από σεβασμό κινήθηκαν προς τα εκείνον. Σε άλλες εποχές η σκηνή αυτή θα έμοιαζε με εκείνη που ο αδιαφιλονίκητος αρχηγός μπαίνει στο κέντρο του κυκλικού χορού και όλοι σταματούν για να τον κοιτάξουν. Συνωμοτικά βλέμματα, χαμηλά βλέμματα, που κρύβουν ζήλια αλλά και θαυμασμό.

Η ώρα περνούσε και μαζί με αυτήν η ησυχία μου. Αυτός ο άνθρωπος μου είχε πάρει την ησυχία μπαίνοντας στο μαγαζί. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Έπινε όλη αυτή την ώρα και πότε καθόταν, πότε προσπαθούσε να μιλήσει στο κινητό, πότε έπιανε αγκαλιά μια μικρόσωμη ξανθιά και ξανά από την αρχή. Δεν είχα τον έλεγχο των ματιών μου. Όπου και να κοιτούσα, κοιτούσα εκεί προς το μέρος του. Εκεί κοιτούσα και όταν σηκώθηκε να χορέψει. Οι άλλοι της παρέας, τα πρόβατα, τον έβαλαν στη μέση. Οι ηλίθιοι, έβαλαν τα πρόβατα το λύκο στη μέση. Αυτός κινήθηκε αργά και μετά όλο και πιο γρήγορα, χωρίς ρυθμό. Με μια κίνηση που δεν είχα δει ποτέ. Και τα πρόβατα τον ακολουθούσαν ένα τονικό χρόνο αργότερα. Και ο χορός τους γινόταν ξέφρενος, διονυσιακός. Και ο κύκλος άνοιγε και οι άλλοι γύρω τους παραμέριζαν μέχρι που έφτασαν στο κέντρο. Στο κέντρο που πάντα βρίσκονται οι ίδιοι άνθρωποι. Αυτοί που τους λες την καλησπέρα σου και φεύγεις μη τυχών και σε προσέξουν. Και ο κύκλος έπεσε πάνω τους και εκείνοι αντέδρασαν και τον άνοιξαν βίαια. Και ο λύκος θύμωσε. Παναγία μου, ο λύκος θύμωσε. Το νεράντζι στο χέρι μου. Και αυτοί οι άλλοι σήκωσαν τα χέρια και χτύπησαν και ο λύκος φώναξε και το μαγαζί νέκρωσε. Ο χρόνος σταμάτησε. Το χέρι του σηκώθηκε αργά, έσφιξε τα δάχτυλα μέχρι που άσπρισαν, και όταν έφτασε στο ψηλότερο σημείο το κατέβασε με δύναμη στο πρόσωπο του μεγάλου από τους άλλους. Και ο χρόνος ξεκίνησε με βιασύνη και όλα πήγαιναν τόσο γρήγορα που λίγα είδα καθαρά. Το πρόσωπο βάφτηκε κόκκινο και σηκώθηκαν άλλα χέρια, άλλα γυμνά και άλλα κραδαίνοντας μπουκάλια και ποτήρια. Και ο κύκλος των προβάτων άρχισε να πάλλεται δεξιά και αριστερά και να πετάγονται γυαλιά και να ανεβαίνει ένας βρυχηθμός πάνω από τη μουσική. Τα χέρια πάνω κάτω και τα πόδια μαζί τους. Και ο κύκλος αυτός άνοιγε, συνεχώς άνοιγε και κατάπινε και τους γύρω του. Και τα χέρια πολλαπλασιάζονταν και τα ποδιά μαζί τους και τα μπουκάλια και τα ποτήρια και τα αίματα. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Ο κύκλος άνοιγε όπως όταν πετάς ένα βότσαλο στη λίμνη. Κι ο καυγάς λες και ο ίδιος είχε αποκτήσει σάρκα και οστά και γιγαντωνόταν και ξυπνούσε και άπλωνε τα χέρια του να κατακτήσει όσο χώρο έβρισκε. Το πλήθος, το σώμα του καυγά που μεγάλωνε, ήταν σαν να κινιόταν με αργές κινήσεις προς κατευθύνσεις που ήθελε, ενώ οι άνθρωποι μέσα του κουνούσαν τα μέλη τους με ταχύτητα ιλιγγιώδη και τα στόματα άφριζαν, τα μάτια έλιωναν, το αίμα γέμισε τα ποτήρια τους και έπιναν όλοι το κόκκινο ποτό τους. Όλοι αυτοί μαζί είχαν ξυπνήσει το τέρας και αυτό μεγάλωνε και ερχόταν καταπάνω μου. Και εγώ γύρισα τη πλάτη στο τέρας και άρχισα να τρέχω να βγω έξω. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Ούτε και ξέρω πως και πότε βρέθηκα έξω, αλλά να τρέχω δε σταμάτησα. Έκοψα την Ποσειδώνος, πέρασα στην απέναντι πλευρά της και περίμενα να περάσει κάτι να με σώσει από το τέρας που σε λίγο θα έβγαινε από ‘κει μέσα να με ψάξει. Μπήκα στο πρώτο ταξί και είπα χωρίς σκέψη Νέο Φάληρο. Το νεράντζι ακόμη στο χέρι μου.

Δε θυμάμαι τίποτα από όλη τη διαδρομή. Ούτε την κίνηση, ούτε τον κόσμο. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Το ταξί έφτασε και κατέβηκα χωρίς κουβέντες. Η ώρα 5.30. Μπήκα στο σταθμό, πήρα εισιτήριο. Κάθισα σε ένα κάθισμα και περίμενα. Την επόμενη φορά που κοίταξα το ρολόι μου η ώρα ήταν 7.30. Είδα το τρένο να έρχεται. Σηκώθηκα. Μπήκα στο πρώτο βαγόνι και κάθισα στο παράθυρο. Στα μάτια μου ακόμη ο καυγάς, το τέρας, και το νεράντζι στο χέρι μου.

Οι σταθμοί πέρναγαν από μπροστά μου σαν ταινία. Δεν καταλάβαινα διαφορά, ήταν σα να έβλεπα ασπρόμαυρο φιλμάκι στο φαστ φόργουορντ. Κι όλα αυτά μέχρι τα Πετράλωνα.

Τον είδα να στέκεται στην αποβάθρα. Αν ο λύκος τη φώναζε τη μανία του αυτός την είχε μέσα του να τον τρώει. Ένας νέος άνθρωπος. Πολύ νέος για τόση μανία. Μπήκε στο βαγόνι μου και κάθισε στο παράθυρο στην ίδια θέση, αλλά την αντιδιαμετρικά αντίθετη από τη δική μου. Είχε το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια και έμοιαζε να μην καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω του. Για άλλη μια φορά σήμερα δε μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου από έναν άγνωστο.

Στην επόμενη στάση μπήκε και κάθισε ακριβώς απέναντί του ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Αυτός ούτε που τους είδε. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Άρχισαν να μιλούν, και αυτός αναδεύτηκε. Άρχισε δειλά να σηκώνει το κεφάλι και να δείχνει ότι καταλαβαίνει που βρίσκεται, τι γίνεται. Το νεράντζι στο χέρι μου.

Καταλάβαινε πολύ καλά τι έλεγαν οι δύο ηλικιωμένοι και φαινόταν στο πρόσωπό του να βγαίνει η μανία. Όχι, όμως, μόνο αυτή. Εκεί ακριβώς απέναντί μου, μέσα σε ένα τρένο του ΗΣΑΠ είδα έναν άνθρωπο να ακούει ένα ηλικιωμένο ζευγάρι και να μεταμορφώνεται. Όλα άρχισαν από τα χέρια του. Γέμισαν ρυτίδες και πανάδες και εξαπλώθηκαν παντού. Το σώμα πλαδάρεψε, τα μάγουλα και η κοιλιά κρέμασαν. Τα μάτια κρύφτηκαν πίσω από σακούλες και κύκλους μαύρους, τα μαλλιά αραίωσαν και γκρίζαραν. Αυτός ο άνθρωπος, ο νέος που μπήκε στο τρένο στη στάση Πετράλωνα και κάθισε στην αντιδιαμετρικά αντίθετη θέση από μένα και έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα και το σήκωσε μόνο για να ακούσει αυτά που έλεγε ψιθυρίζοντας ένα ηλικιωμένο ζευγάρι είχε γίνει ένας γέρος. Ένας γέρος. Το χέρι μου ανοιχτό και ακίνητο. Το νεράντζι είχε κυλήσει στα πόδια του.

Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2007

1. Οι ΈΤΣΙ κι οι ΑΛΛΙΩΣ

Στεκόμουν για μήνες ολόκληρους μονάχη να ατενίζω τζάμια και δρόμους και σταυροδρόμια, συνεχώς μα συνεχώς ασφυκτικά γεμάτα. Άνθρωποι, άνθρωποι παντού. Αυτοκίνητα, μηχανές, άσφαλτος, θόρυβος, μυρωδιές και δρόμοι, τόσοι δρόμοι να ξεκινούν και να τελειώνουν από εκεί που δείχνει το δάχτυλό του. Να μη μιλήσω φυσικά για τη γύμνια που με δέρνει για τουλάχιστον 150 ημέρες. 150 ημέρες ντροπής και.... Να φανταστείτε ότι όλοι αυτοί περνούν ντυμένοι, χωρίς να παραξενευτούν για τη γύμνια μου. Δεν τους πείραξε ούτε μια στιγμή η γκρίζα μου όψη, δεν τους πείραξαν ακόμη και τα ισχνά μου μέλη.
Δεν ξέρω καθόλου αν περιμένουν κάτι άλλο από μένα, δηλαδή άλλο από το να στέκομαι σε εκείνο το δρόμο γυμνή και ακίνητη. Αυτοί, όλοι μιλάνε και γι'αυτό νομίζω ότι δεν ενδιαφέρονται. Αυτό που είναι όμως πολύ ενδιαφέρον είναι να ακούσεις αυτά που λένε, γιατί όλο λένε χωρίς να ενδιαφέρονται: οι δουλειές, τα παιδιά, τα λεφτά, οι γυναίκες, οι άντρες, οι γκόμενες, οι γκόμενοι, η ερωτική πράξη, οι ερωτικές πράξεις και απραξίες και ξανά από την αρχή τα ίδια. Δεν αλλάζουν οι κουβέντες μόνο τα στόματα που τις λένε.
Μιλάνε και για άλλα όμως, λιγότερο κατανοητά από ‘μένα που επτά συναπτά χρόνια στέκω εδώ γυμνή καθώς σας ξαναείπα. Φοράνε και κάτι περίεργα πράγματα, όπως παραδείγματος χάριν κάτι που σφίγγει στο λαιμό λες και πέρασαν πρόσφατα από κρεμάλα. Αυτά δε τα περίεργα πράγματα στην άκρη τους είναι μυτερά και κάπου δείχνουν, αλλά μέχρι τώρα δεν έχω καταλάβει που. Περίεργα πράγματα σε διάφορα χρώματα και σχέδια. Μερικά έχουν και λουλούδια και εγώ αναρωτιέμαι «που έχει φτάσει ετούτος ο κόσμος, μέχρι και τις κρεμάλες έντυσε με λουλούδια». Και απορώ με μένα, απορώ.
Αυτό το «απορώ» το άκουσα μια μέρα μέσα από ένα αυτοκίνητο. Ο άνθρωπος μέσα δεν κουνούσε το στόμα του αλλά η φωνή του ακουγόταν δυνατή: «απορώ με μένα, απορώ». Μου φάνηκε τόσο ωραίο που το λέω κι εγώ καμιά φορά. Το φωνάζω δε, κάτι που δεν είναι καθόλου του χαρακτήρα μου, αλλά αυτοί συνεχίζουν να περνούν αδιάφοροι μπροστά μου. Ούτε ακούνε τίποτα και εγώ αναρωτιέμαι, μα καλά αυτοί δεν απορούν με τους εαυτούς τους, δεν απορούν;
Αυτοί εμένα όλοι ίδιοι μου φαίνονται, άλλοι κοντοί, άλλοι ψηλοί, άλλοι ανοιχτοί, άλλοι σκούροι, με μακριά ή κοντά μαλλιά, χοντροί ή αδύνατοι. Δεν μπορώ να πω υπάρχει ποικιλία. Μια ποικιλία γεμάτη από μια ακόμη πιο μεγάλη ομοιότητα. Δεν είναι τα χρώματα που τους αλλάζουν, αλλά οι συμπεριφορές. Και αυτές, (και εδώ δεν απορώ με μένα, δεν απορώ διόλου) είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Όλοι τους περπατάνε στα δυό τους πόδια, έχουν δύο χέρια, δύο μάτια κτλ κτλ, τι να σας πω τη βρίσκω πολύ βαρετή αυτή την ποικιλία στην ομοιομορφία. Αυτοί είναι οι «ΈΤΣΙ». Οι πιο πολλοί τουλάχιστον είναι οι ΕΤΣΙ, γιατί υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, αυτοί που εγώ τους λέω οι «ΑΛΛΙΏΣ», που έχουν είτε λιγότερα από όλα αυτά, είτε πολύ περισσότερα. Τόσο μέσα τους όσο και απ’έξω τους.
Αυτοί οι ΑΛΛΙΏΣ είναι που εγώ τους έχω πολύ μεγάλη συμπάθεια. Θα σταθούν δίπλα μου και θα με ακουμπήσουν και τότε δε ντρέπομαι καθόλου που είμαι γυμνή, μπορεί και να μου μιλήσουν. Αυτοί οι ΑΛΛΙΏΣ λένε πάρα πολύ ωραία πράγματα και γελάνε και κλαίνε ορισμένοι. Πραγματικά. Αχ τι να πω, απορώ που κλαίνε και γελάνε έτσι στη μέση αυτού του δρόμου· του γεμάτου δρόμους άλλους και αυτοκίνητα και θόρυβο και κρύο και ζέστη και ανθρώπους ΈΤΣΙ. Πολύ τους χαίρομαι.
Αυτά όμως συμβαίνουν όταν είμαι γυμνή, γιατί μόλις έρθει η εποχή που ντύνομαι σιγά σιγά και ορθώνομαι και τεντώνομαι, σα να σηκώνομαι, ντύνομαι στα πράσινα και στα καφέ. Καταπληκτικός συνδυασμός, πάντα στη μόδα. Αχ είπα μόδα. Εγώ αυτό το πράγμα το βλέπω να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου. Απέναντί μου ακριβώς υπάρχει ένα τζάμι πάντα μα πάντα καθαρό και φωτισμένο. Μέσα του έχει χρώματα και πράγματα που γυαλίζουν κολλημένα πάνω σε μεγάλα κομμάτια ύφασμα. Και κάτι ψεύτικοι ΈΤΣΙ τα φοράνε και κάθονται συνέχεια ακίνητοι, σαν και μένα. Αυτοί οι ΈΤΣΙ μέσα από το τζάμι δεν έχουν ούτε μάτια, ούτε στόμα. Και είναι πάντα ακίνητοι. Αυτά που φοράνε όμως τα αλλάζουν τακτικά. Βασικά τους τα αλλάζουν κάποιοι άλλοι ΈΤΣΙ που βρίσκονται πάντα μέσα σ’αυτό το φωτεινό και καθαρό τζάμι.
Εκεί λοιπόν, κάθε μέρα σχεδόν, βλέπω τα χρώματα και είμαι σίγουρη πως αυτά τα χρώματα, μετά από πολύ λίγο, θα τα φοράνε και όλοι οι άλλοι ΈΤΣΙ. Οι ζωντανοί. Από κάποιον ΈΤΣΙ άκουσα, δηλαδή από αυτά που έλεγε σε ένα περίεργο μικροσκοπικό πράγμα που είχε κολλημένο στο αυτί του και αυτό του απαντούσε τόσο χαμηλόφωνα που δε μπορούσα να ακούσω ούτε λέξη, ότι αυτό το τζάμι, το πάντα καθαρό και φωτεινό, κάνει ένα πράγμα που λέγεται μόδα. Και όταν κάτι μπει μέσα σε αυτό το τζάμι είναι μόδα και όλοι οι ΈΤΣΙ τρέχουνε για να πάρουνε και αυτοί αυτό το μόδα. Καλά πόσο μόδα υπάρχει τελικά για να παίρνουνε όλοι τους; Τι έλεγα λοιπόν; Α ναι, ότι το πράσινο και το καφέ βρίσκεται πάντα, μα πάντα μέσα σε αυτό το τζάμι, το καθαρό και φωτεινό. Έτσι και εγώ πάντα αυτό φοράω και μου αρέσει πολύ, πάρα πολύ. Φαντάζομαι λοιπόν ότι από κάπου, με κάποιο τρόπο περίεργο και μαγικό παίρνω κι εγώ λιγάκι από το μόδα.
Όταν λοιπόν φοράω τα καφέ και τα πράσινα τότε οι ΈΤΣΙ συνεχίζουν να περνούν μπροστά μου με την ίδια ταχύτητα. Οι ΑΛΛΙΏΣ όμως, τι να πώ; Τρελαίνονται. Με συζητούν, με κοιτάζουν ολοένα και περισσότερο και με ακουμπάνε και μου μιλάνε και γελάνε και κλαίνε. Είναι υπέροχο. Είμαι τόσο υπερήφανη για τα πράσινα και τα καφέ μου. Και για κάποιο περίεργο και μαγικό λόγο, για τον οποίο πραγματικά απορώ, είμαι υπερήφανη γιαυτούς πολύ περισσότερο από μένα.
Όταν τα πράσινα και τα καφέ μου αποκτήσουν το πιο έντονο καφέ και πράσινο χρώμα τους θέλω και κάτι ακόμη. Νομίζω πως όλοι μας έτσι κάνουμε χωρίς εξαίρεση, παίρνουμε αυτό το πράσινο και το καφέ και μετά δε μας φτάνει η υπερηφάνεια, θέλουμε και λίγο ροζ και λίγο άσπρο. Το γαλάζιο δεν το έχουμε ποτέ, αυτό το κρατά ο ουρανός κι η θάλασσα. Δεν έχω δει ποτέ τη θάλασσα. Οι ΈΤΣΙ όμως, αλλά κυρίως οι ΑΛΛΙΏΣ, την αναφέρουν συχνά και κάποιος είπε μια μέρα ότι μοιάζει με τον ουρανό. Έτσι ξέρω εγώ για τη θάλασσα.
Μετά λοιπόν παίρνω αμπάριζα τα χρώματα και μπουμπουκιάζω. Πάνω στα πράσινα βάζω και άσπρα, ροζ, κίτρινα και λιγότερα πράσινα και είμαι τόσο υπερήφανη πάλι που μου φαίνεται από μακριά. Δεν ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει αλλά τότε οι ΈΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΏΣ στέκονται πραγματικά μπροστά μου, σηκώνουν ελαφρά το πηγούνι, κλείνουν τα μάτια και κουνάνε τα ρουθούνια τους. Είναι τόσο αστείο που γελάω και κουνιέμαι συθέμελα και αυτοί ανοίγουν τα μάτια και αυτά γυαλίζουν περίεργα. Το γέλιο μου σταματάει και θέλω να τους ρωτήσω τι συμβαίνει, αλλά ντρέπομαι.
Κάποιος είπε ότι μυρίζει υπέροχα γύρω μου, αλλά εγώ δεν κατάλαβα «το μυρίζει». Τότε, και μάλιστα πολύ πρόσφατα το κάταλαβα αυτό, έρχονται συχνότερα (ή μάλλον μόνο τότε έρχονται) και κάθονται πάνω μου εκείνα τα πετούμενα με τις χρυσοκίτρινες ρίγες και τα μικρά φτερά που ζουζουνίζουν. Δε ξέρω τι κάνουν ή γιατί έρχονται πάντα έτσι, όλα μαζί. Ξέρω μόνο πως μπαίνουν μέσα στα χρώματα και κάθονται πάνω τους και όταν φεύγουν εγώ νιώθω τα μισά μου χρώματα πιο γεμάτα και τα μισά πιο άδεια. Τι περίεργα που είναι αυτά τα χρυσοκίτρινα, ζουζουνίστικα πετούμενα. Τα θέλω που έρχονται. Σα να νιώθω ότι δε θα μπορούσα χωρίς αυτά.
Αυτές τις μέρες νιώθω υπέροχα. Η μεγάλη, η ζεστή κίτρινη μπάλα, που οι άνθρωποι (και οι ΕΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΩΣ) λένε ΉΛΙΟ έρχεται πιο συχνά και μένει πιο πολύ. Και τότε κι εγώ, με δύναμη βγάζω προς τα έξω όλο αυτό που κράταγα κρυμμένο τις 150 ημέρες της γύμνιας μου. Αναπνέω.
Περνάει έτσι λίγος καιρός που συνέχεια χαίρομαι. Χαίρομαι ακόμη και αυτή την περίεργη μπάλα, που μια είναι μπάλα και μια είναι μαχαίρι, και μας κοροϊδεύει όλους γιατί ποτέ μα ποτέ δεν είναι η ίδια. Κάθε μέρα αλλιώς. Πώς αντέχει τον εαυτό της αυτή η μπάλα να αλλάζει κάθε λίγο και λιγάκι και τελικά πάντα ίδια να μένει, να έρχεται και να φεύγει; Απορώ, ειλικρινά απορώ. Αυτή λοιπόν η μπάλα που έρχεται (η εγωίστρια) όταν εκείνη θέλει και μόνο για λίγο (η ακατάδεχτη) οι άνθρωποι την ονομάζουν ΣΕΛΉΝΗ. Δεν την πολυχωνεύω και να μην πω ότι τη φοβάμαι και λίγο.
Λοιπόν, μετά από λίγο καιρό από τότε που έρχονται τα μικρά ζουζουνίστικα χρυσοκίτρινα πετούμενα, νιώθω ότι βαραίνω και τότε ξέρω ότι έρχονται τα καλύτερα. Χάνω τα πλουμιστά μου χρώματα αλλά έρχονται ωραίες, πράσινες στην αρχή και μετά πορτοκαλοκίτρινες μπάλες (σαν τον ΗΛΙΟ) που κρέμονται από πάνω μου και μιλάνε όλες μαζί. Αχ, τι ωραία που είναι όταν αρχίζουν και μου μιλάνε και με ρωτάνε συνέχεια πράγματα και φωνάζουν και γελάνε! Αχ, ναι πόσο γελάνε και εγώ γελάω μαζί τους. Και τους μιλάω και τους εξηγώ και τους λέω ότι όσα δεν ξέρουν, δεν έχουν παρά να ακούσουν αυτούς που περνάνε από δίπλα τους. Ναι ντε, αυτούς που μιλάνε πολύ και ενδιαφέρονται λίγο, αυτούς τους ΈΤΣΙ και τους ΑΛΛΙΏΣ. Αλλά και αυτές οι μπάλες, οι πράσινες στην αρχή και οι πορτοκαλοκίτρινες μετά, είναι και αυτές πότε ΈΤΣΙ και πότε ΑΛΛΙΏΣ. Καταλαβαίνω απόλυτα γιατί, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί κάθε φορά που βαραίνω και έρχονται οι μπάλες μου, μια τους δεν είναι ούτε ΈΤΣΙ ούτε ΑΛΛΙΏΣ. Δε ξέρω καθόλου πώς να την ονομάσω. Αλήθεια δε ξέρω και τι να την κάνω. Αυτή συνήθως μιλάει λίγο και ρωτάει να μάθει αυτά που εγώ δε ξέρω. Και ντρέπομαι που δεν τα ξέρω ή που δεν τα σκέφτηκα κι εγώ. Και δε ξέρω πάλι τι να πω. Είμαι σίγουρη πως ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι ΈΤΣΙ ούτε και οι ΑΛΛΙΏΣ, ξέρουν τι να της πουν.
Αυτές οι περίεργες μπάλες όσο και να προσπαθούν δεν τα καταφέρνουν, και γιαυτό καθόλου δεν απορώ, που δεν τις παίρνουν όλες τις απαντήσεις που ζητάνε. Κάπως έτσι είναι και οι ΕΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΩΣ, ψάχνουν και ξαναψάχνουν για να βρούνε κάποια πράγματα, που ποιός το ξέρει ίσως κάποια από αυτά δεν είναι να βρεθούν.
Ίσως δεν υπάρχουν απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις. Ίσως τελικά να υπάρχει μόνο μια και μοναδική απάντηση: όταν υπάρχει ο χειμώνας κάποιοι είναι μόνοι τους και γυμνοί και κανένας δε τους δίνει σημασία και μετά έρχεται η άνοιξη και μπουμπουκιάζουν και τότε όλοι τους προσέχουν και μετά έρχονται οι μπαλίτσες οι περίεργες που τόσο τους μοιάζουν και πάλι τότε να δείτε πως όλοι τους προσέχουν. Μα μετα;
Μετά έρχεται η χειρότερη στιγμή απ όλες. Όταν οι μπάλες γίνουν από πράσινες κιτρινοπορτοκαλί και περάσει λίγος καιρός και μεγαλώσουν και βαρύνουν τότε πέφτουν κάτω. Είναι απερίγραπτο να σας πω πως νιώθω βλέποντάς τες μόνες τους κάτω. Είναι παράλογο να βρίσκονται κάτω αυτές οι κιτρινοπορτοκαλί μικρές μπαλίτσες. Δε μπορώ να τις βλέπω μα δε μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Νιώθω θλίψη βαθιά. Και θέλω να σκίσω τα πράσινα και τα καφέ και θέλω να μείνω μόνη μου, γυμνή. Και να κρυφτώ και να μαζευτώ στη γωνιά μου. Και να μείνω έτσι για καιρό.
Όσο για τη μια, εκείνη τη μία μπαλίτσα, εκείνη την κιτρινοπορτοκαλί που κάνει τις ερωτήσεις που δεν έχουν απαντήσεις; Εκείνη δεν πέφτει ποτέ κάτω. Δεν το αντέχει. Ανοίγει τους πόρους της να βγουν οι ερωτήσεις της να καλύψουν το δρόμο, το θόρυβο, τις μυρωδιές, τη ζέστη, το κρύο. Και περιμένει. Στην αρχή δεν ήξερα τι περίμενε ούτε και μπορούσα να φανταστώ, μα κάθε φορά που συμβαίνει, αυτό που πάντα συμβαίνει, εκπλήσσομαι σα να ήταν η πρώτη φορά. Αυτό ποτέ δεν αλλάζει.
Ένας άνθρωπος. Ένας που τον βλέπω πάντα να έρχεται από μακριά με το ίδιο ύφος στα μάτια του, να πλησιάζει αργά χωρίς τίποτα να στέκεται εμπόδιο μπροστά του. Δεν υπολογίζει τους δρόμους και όλα τα άλλα. Δεν κοιτάζει ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Έχει κι αυτός ακούσει τις ερωτήσεις της και τις ξέρει και θέλει ένα σύντροφο κι αυτός. Έρχεται έτσι. Χωρίς κουβέντα, κοντοστέκεται μπροστά μου και την κοιτάζει. Και δεν κοιτάζει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κοιτάζει εκεί καταπάνω της. Και τότε πάλι εγώ φοβάμαι, μαζεύομαι και περιμένω. Περιμένω την κίνηση του. Αυτός δεν είναι ούτε ΕΤΣΙ ούτε ΑΛΛΙΩΣ, είναι μόνος του. Και τότε απλώνει το χέρι του και προσπαθεί να τη βρει. Κουνάω τα αγκάθια μου και καμιά φορά τον πετυχαίνω αλλά αυτό δεν τον αποθαρρύνει καθόλου. Ψάχνει και στο τέλος το ξέρω θα το βρει αυτό που ψάχνει. Είναι κρυμμένη πίσω από πράσινα και από καφέ και ανοίγεται μπροστά του για να την πιάσει. Και την πιάνει και την κόβει και την παίρνει μαζί του και φεύγει. Και τότε ξέρω ότι η στιγμή που όλες τους θα πέσουν και εγώ θα μείνω μονάχη και γυμνή έχει φτάσει. Και δε ξέρω πως να το πω όλο αυτό, μόνο που από τη μια το χαίρομαι και από την άλλη το φοβάμαι. Για όλες τις άλλες ξέρω καλά και από που ήρθαν και τι έγιναν. Είναι μία, μονάχα μία κάθε φορά, που το δρόμο της θα ήθελα να τον ξέρω. Αλλά δεν τον ξέρω και δε θα το μάθω και ποτέ. Είναι αυτή η μία που τις ερωτήσεις της θέλει να της βγάλει πιο πέρα από τον πράσινο και καφέ και πορτοκαλί κόσμο της. Και φωνάζει το σύντροφό της και αυτός φτάνει και την παίρνει μακριά. Τι κι αν εγώ έμεινα μονάχη, δεν τη νοιάζει. Έχει βρει εκείνο που έψαχνε. Ένα χέρι να τη κρατά και να της δείχνει τους άλλους τους δρόμους που φεύγουν μακριά κάτω από το δάχτυλό του. Αυτό που δείχνει κάπου που κανείς δε ξέρει. Και φεύγουν. Κι έφυγαν, και οι ΕΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΩΣ έμειναν. Αυτοί είναι εδώ και εγώ είμαι εδώ και περιμένω την επόμενη πορτοκαλοκίτρινη μπαλίτσα να έρθει, να δω μήπως αυτή τη φορά καταφέρω να φύγω κι εγώ μαζί της. Δε ξέρω αν υπάρχει ένας κάποιος που θα με πάρει μακριά κρατώντας με στο ένα του χέρι, να με δείχνει και να λέει: να η σύντροφός μου, που κάνει τις ίδιες ερωτήσεις και περίμενε εμένα για να βρούμε μαζί της απαντήσεις.