Σάββατο, Ιανουαρίου 20, 2007

1. Οι ΈΤΣΙ κι οι ΑΛΛΙΩΣ

Στεκόμουν για μήνες ολόκληρους μονάχη να ατενίζω τζάμια και δρόμους και σταυροδρόμια, συνεχώς μα συνεχώς ασφυκτικά γεμάτα. Άνθρωποι, άνθρωποι παντού. Αυτοκίνητα, μηχανές, άσφαλτος, θόρυβος, μυρωδιές και δρόμοι, τόσοι δρόμοι να ξεκινούν και να τελειώνουν από εκεί που δείχνει το δάχτυλό του. Να μη μιλήσω φυσικά για τη γύμνια που με δέρνει για τουλάχιστον 150 ημέρες. 150 ημέρες ντροπής και.... Να φανταστείτε ότι όλοι αυτοί περνούν ντυμένοι, χωρίς να παραξενευτούν για τη γύμνια μου. Δεν τους πείραξε ούτε μια στιγμή η γκρίζα μου όψη, δεν τους πείραξαν ακόμη και τα ισχνά μου μέλη.
Δεν ξέρω καθόλου αν περιμένουν κάτι άλλο από μένα, δηλαδή άλλο από το να στέκομαι σε εκείνο το δρόμο γυμνή και ακίνητη. Αυτοί, όλοι μιλάνε και γι'αυτό νομίζω ότι δεν ενδιαφέρονται. Αυτό που είναι όμως πολύ ενδιαφέρον είναι να ακούσεις αυτά που λένε, γιατί όλο λένε χωρίς να ενδιαφέρονται: οι δουλειές, τα παιδιά, τα λεφτά, οι γυναίκες, οι άντρες, οι γκόμενες, οι γκόμενοι, η ερωτική πράξη, οι ερωτικές πράξεις και απραξίες και ξανά από την αρχή τα ίδια. Δεν αλλάζουν οι κουβέντες μόνο τα στόματα που τις λένε.
Μιλάνε και για άλλα όμως, λιγότερο κατανοητά από ‘μένα που επτά συναπτά χρόνια στέκω εδώ γυμνή καθώς σας ξαναείπα. Φοράνε και κάτι περίεργα πράγματα, όπως παραδείγματος χάριν κάτι που σφίγγει στο λαιμό λες και πέρασαν πρόσφατα από κρεμάλα. Αυτά δε τα περίεργα πράγματα στην άκρη τους είναι μυτερά και κάπου δείχνουν, αλλά μέχρι τώρα δεν έχω καταλάβει που. Περίεργα πράγματα σε διάφορα χρώματα και σχέδια. Μερικά έχουν και λουλούδια και εγώ αναρωτιέμαι «που έχει φτάσει ετούτος ο κόσμος, μέχρι και τις κρεμάλες έντυσε με λουλούδια». Και απορώ με μένα, απορώ.
Αυτό το «απορώ» το άκουσα μια μέρα μέσα από ένα αυτοκίνητο. Ο άνθρωπος μέσα δεν κουνούσε το στόμα του αλλά η φωνή του ακουγόταν δυνατή: «απορώ με μένα, απορώ». Μου φάνηκε τόσο ωραίο που το λέω κι εγώ καμιά φορά. Το φωνάζω δε, κάτι που δεν είναι καθόλου του χαρακτήρα μου, αλλά αυτοί συνεχίζουν να περνούν αδιάφοροι μπροστά μου. Ούτε ακούνε τίποτα και εγώ αναρωτιέμαι, μα καλά αυτοί δεν απορούν με τους εαυτούς τους, δεν απορούν;
Αυτοί εμένα όλοι ίδιοι μου φαίνονται, άλλοι κοντοί, άλλοι ψηλοί, άλλοι ανοιχτοί, άλλοι σκούροι, με μακριά ή κοντά μαλλιά, χοντροί ή αδύνατοι. Δεν μπορώ να πω υπάρχει ποικιλία. Μια ποικιλία γεμάτη από μια ακόμη πιο μεγάλη ομοιότητα. Δεν είναι τα χρώματα που τους αλλάζουν, αλλά οι συμπεριφορές. Και αυτές, (και εδώ δεν απορώ με μένα, δεν απορώ διόλου) είναι ίδιες και απαράλλαχτες. Όλοι τους περπατάνε στα δυό τους πόδια, έχουν δύο χέρια, δύο μάτια κτλ κτλ, τι να σας πω τη βρίσκω πολύ βαρετή αυτή την ποικιλία στην ομοιομορφία. Αυτοί είναι οι «ΈΤΣΙ». Οι πιο πολλοί τουλάχιστον είναι οι ΕΤΣΙ, γιατί υπάρχουν και κάποιοι άλλοι, αυτοί που εγώ τους λέω οι «ΑΛΛΙΏΣ», που έχουν είτε λιγότερα από όλα αυτά, είτε πολύ περισσότερα. Τόσο μέσα τους όσο και απ’έξω τους.
Αυτοί οι ΑΛΛΙΏΣ είναι που εγώ τους έχω πολύ μεγάλη συμπάθεια. Θα σταθούν δίπλα μου και θα με ακουμπήσουν και τότε δε ντρέπομαι καθόλου που είμαι γυμνή, μπορεί και να μου μιλήσουν. Αυτοί οι ΑΛΛΙΏΣ λένε πάρα πολύ ωραία πράγματα και γελάνε και κλαίνε ορισμένοι. Πραγματικά. Αχ τι να πω, απορώ που κλαίνε και γελάνε έτσι στη μέση αυτού του δρόμου· του γεμάτου δρόμους άλλους και αυτοκίνητα και θόρυβο και κρύο και ζέστη και ανθρώπους ΈΤΣΙ. Πολύ τους χαίρομαι.
Αυτά όμως συμβαίνουν όταν είμαι γυμνή, γιατί μόλις έρθει η εποχή που ντύνομαι σιγά σιγά και ορθώνομαι και τεντώνομαι, σα να σηκώνομαι, ντύνομαι στα πράσινα και στα καφέ. Καταπληκτικός συνδυασμός, πάντα στη μόδα. Αχ είπα μόδα. Εγώ αυτό το πράγμα το βλέπω να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μου. Απέναντί μου ακριβώς υπάρχει ένα τζάμι πάντα μα πάντα καθαρό και φωτισμένο. Μέσα του έχει χρώματα και πράγματα που γυαλίζουν κολλημένα πάνω σε μεγάλα κομμάτια ύφασμα. Και κάτι ψεύτικοι ΈΤΣΙ τα φοράνε και κάθονται συνέχεια ακίνητοι, σαν και μένα. Αυτοί οι ΈΤΣΙ μέσα από το τζάμι δεν έχουν ούτε μάτια, ούτε στόμα. Και είναι πάντα ακίνητοι. Αυτά που φοράνε όμως τα αλλάζουν τακτικά. Βασικά τους τα αλλάζουν κάποιοι άλλοι ΈΤΣΙ που βρίσκονται πάντα μέσα σ’αυτό το φωτεινό και καθαρό τζάμι.
Εκεί λοιπόν, κάθε μέρα σχεδόν, βλέπω τα χρώματα και είμαι σίγουρη πως αυτά τα χρώματα, μετά από πολύ λίγο, θα τα φοράνε και όλοι οι άλλοι ΈΤΣΙ. Οι ζωντανοί. Από κάποιον ΈΤΣΙ άκουσα, δηλαδή από αυτά που έλεγε σε ένα περίεργο μικροσκοπικό πράγμα που είχε κολλημένο στο αυτί του και αυτό του απαντούσε τόσο χαμηλόφωνα που δε μπορούσα να ακούσω ούτε λέξη, ότι αυτό το τζάμι, το πάντα καθαρό και φωτεινό, κάνει ένα πράγμα που λέγεται μόδα. Και όταν κάτι μπει μέσα σε αυτό το τζάμι είναι μόδα και όλοι οι ΈΤΣΙ τρέχουνε για να πάρουνε και αυτοί αυτό το μόδα. Καλά πόσο μόδα υπάρχει τελικά για να παίρνουνε όλοι τους; Τι έλεγα λοιπόν; Α ναι, ότι το πράσινο και το καφέ βρίσκεται πάντα, μα πάντα μέσα σε αυτό το τζάμι, το καθαρό και φωτεινό. Έτσι και εγώ πάντα αυτό φοράω και μου αρέσει πολύ, πάρα πολύ. Φαντάζομαι λοιπόν ότι από κάπου, με κάποιο τρόπο περίεργο και μαγικό παίρνω κι εγώ λιγάκι από το μόδα.
Όταν λοιπόν φοράω τα καφέ και τα πράσινα τότε οι ΈΤΣΙ συνεχίζουν να περνούν μπροστά μου με την ίδια ταχύτητα. Οι ΑΛΛΙΏΣ όμως, τι να πώ; Τρελαίνονται. Με συζητούν, με κοιτάζουν ολοένα και περισσότερο και με ακουμπάνε και μου μιλάνε και γελάνε και κλαίνε. Είναι υπέροχο. Είμαι τόσο υπερήφανη για τα πράσινα και τα καφέ μου. Και για κάποιο περίεργο και μαγικό λόγο, για τον οποίο πραγματικά απορώ, είμαι υπερήφανη γιαυτούς πολύ περισσότερο από μένα.
Όταν τα πράσινα και τα καφέ μου αποκτήσουν το πιο έντονο καφέ και πράσινο χρώμα τους θέλω και κάτι ακόμη. Νομίζω πως όλοι μας έτσι κάνουμε χωρίς εξαίρεση, παίρνουμε αυτό το πράσινο και το καφέ και μετά δε μας φτάνει η υπερηφάνεια, θέλουμε και λίγο ροζ και λίγο άσπρο. Το γαλάζιο δεν το έχουμε ποτέ, αυτό το κρατά ο ουρανός κι η θάλασσα. Δεν έχω δει ποτέ τη θάλασσα. Οι ΈΤΣΙ όμως, αλλά κυρίως οι ΑΛΛΙΏΣ, την αναφέρουν συχνά και κάποιος είπε μια μέρα ότι μοιάζει με τον ουρανό. Έτσι ξέρω εγώ για τη θάλασσα.
Μετά λοιπόν παίρνω αμπάριζα τα χρώματα και μπουμπουκιάζω. Πάνω στα πράσινα βάζω και άσπρα, ροζ, κίτρινα και λιγότερα πράσινα και είμαι τόσο υπερήφανη πάλι που μου φαίνεται από μακριά. Δεν ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει αλλά τότε οι ΈΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΏΣ στέκονται πραγματικά μπροστά μου, σηκώνουν ελαφρά το πηγούνι, κλείνουν τα μάτια και κουνάνε τα ρουθούνια τους. Είναι τόσο αστείο που γελάω και κουνιέμαι συθέμελα και αυτοί ανοίγουν τα μάτια και αυτά γυαλίζουν περίεργα. Το γέλιο μου σταματάει και θέλω να τους ρωτήσω τι συμβαίνει, αλλά ντρέπομαι.
Κάποιος είπε ότι μυρίζει υπέροχα γύρω μου, αλλά εγώ δεν κατάλαβα «το μυρίζει». Τότε, και μάλιστα πολύ πρόσφατα το κάταλαβα αυτό, έρχονται συχνότερα (ή μάλλον μόνο τότε έρχονται) και κάθονται πάνω μου εκείνα τα πετούμενα με τις χρυσοκίτρινες ρίγες και τα μικρά φτερά που ζουζουνίζουν. Δε ξέρω τι κάνουν ή γιατί έρχονται πάντα έτσι, όλα μαζί. Ξέρω μόνο πως μπαίνουν μέσα στα χρώματα και κάθονται πάνω τους και όταν φεύγουν εγώ νιώθω τα μισά μου χρώματα πιο γεμάτα και τα μισά πιο άδεια. Τι περίεργα που είναι αυτά τα χρυσοκίτρινα, ζουζουνίστικα πετούμενα. Τα θέλω που έρχονται. Σα να νιώθω ότι δε θα μπορούσα χωρίς αυτά.
Αυτές τις μέρες νιώθω υπέροχα. Η μεγάλη, η ζεστή κίτρινη μπάλα, που οι άνθρωποι (και οι ΕΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΩΣ) λένε ΉΛΙΟ έρχεται πιο συχνά και μένει πιο πολύ. Και τότε κι εγώ, με δύναμη βγάζω προς τα έξω όλο αυτό που κράταγα κρυμμένο τις 150 ημέρες της γύμνιας μου. Αναπνέω.
Περνάει έτσι λίγος καιρός που συνέχεια χαίρομαι. Χαίρομαι ακόμη και αυτή την περίεργη μπάλα, που μια είναι μπάλα και μια είναι μαχαίρι, και μας κοροϊδεύει όλους γιατί ποτέ μα ποτέ δεν είναι η ίδια. Κάθε μέρα αλλιώς. Πώς αντέχει τον εαυτό της αυτή η μπάλα να αλλάζει κάθε λίγο και λιγάκι και τελικά πάντα ίδια να μένει, να έρχεται και να φεύγει; Απορώ, ειλικρινά απορώ. Αυτή λοιπόν η μπάλα που έρχεται (η εγωίστρια) όταν εκείνη θέλει και μόνο για λίγο (η ακατάδεχτη) οι άνθρωποι την ονομάζουν ΣΕΛΉΝΗ. Δεν την πολυχωνεύω και να μην πω ότι τη φοβάμαι και λίγο.
Λοιπόν, μετά από λίγο καιρό από τότε που έρχονται τα μικρά ζουζουνίστικα χρυσοκίτρινα πετούμενα, νιώθω ότι βαραίνω και τότε ξέρω ότι έρχονται τα καλύτερα. Χάνω τα πλουμιστά μου χρώματα αλλά έρχονται ωραίες, πράσινες στην αρχή και μετά πορτοκαλοκίτρινες μπάλες (σαν τον ΗΛΙΟ) που κρέμονται από πάνω μου και μιλάνε όλες μαζί. Αχ, τι ωραία που είναι όταν αρχίζουν και μου μιλάνε και με ρωτάνε συνέχεια πράγματα και φωνάζουν και γελάνε! Αχ, ναι πόσο γελάνε και εγώ γελάω μαζί τους. Και τους μιλάω και τους εξηγώ και τους λέω ότι όσα δεν ξέρουν, δεν έχουν παρά να ακούσουν αυτούς που περνάνε από δίπλα τους. Ναι ντε, αυτούς που μιλάνε πολύ και ενδιαφέρονται λίγο, αυτούς τους ΈΤΣΙ και τους ΑΛΛΙΏΣ. Αλλά και αυτές οι μπάλες, οι πράσινες στην αρχή και οι πορτοκαλοκίτρινες μετά, είναι και αυτές πότε ΈΤΣΙ και πότε ΑΛΛΙΏΣ. Καταλαβαίνω απόλυτα γιατί, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί κάθε φορά που βαραίνω και έρχονται οι μπάλες μου, μια τους δεν είναι ούτε ΈΤΣΙ ούτε ΑΛΛΙΏΣ. Δε ξέρω καθόλου πώς να την ονομάσω. Αλήθεια δε ξέρω και τι να την κάνω. Αυτή συνήθως μιλάει λίγο και ρωτάει να μάθει αυτά που εγώ δε ξέρω. Και ντρέπομαι που δεν τα ξέρω ή που δεν τα σκέφτηκα κι εγώ. Και δε ξέρω πάλι τι να πω. Είμαι σίγουρη πως ούτε οι άνθρωποι, ούτε οι ΈΤΣΙ ούτε και οι ΑΛΛΙΏΣ, ξέρουν τι να της πουν.
Αυτές οι περίεργες μπάλες όσο και να προσπαθούν δεν τα καταφέρνουν, και γιαυτό καθόλου δεν απορώ, που δεν τις παίρνουν όλες τις απαντήσεις που ζητάνε. Κάπως έτσι είναι και οι ΕΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΩΣ, ψάχνουν και ξαναψάχνουν για να βρούνε κάποια πράγματα, που ποιός το ξέρει ίσως κάποια από αυτά δεν είναι να βρεθούν.
Ίσως δεν υπάρχουν απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις. Ίσως τελικά να υπάρχει μόνο μια και μοναδική απάντηση: όταν υπάρχει ο χειμώνας κάποιοι είναι μόνοι τους και γυμνοί και κανένας δε τους δίνει σημασία και μετά έρχεται η άνοιξη και μπουμπουκιάζουν και τότε όλοι τους προσέχουν και μετά έρχονται οι μπαλίτσες οι περίεργες που τόσο τους μοιάζουν και πάλι τότε να δείτε πως όλοι τους προσέχουν. Μα μετα;
Μετά έρχεται η χειρότερη στιγμή απ όλες. Όταν οι μπάλες γίνουν από πράσινες κιτρινοπορτοκαλί και περάσει λίγος καιρός και μεγαλώσουν και βαρύνουν τότε πέφτουν κάτω. Είναι απερίγραπτο να σας πω πως νιώθω βλέποντάς τες μόνες τους κάτω. Είναι παράλογο να βρίσκονται κάτω αυτές οι κιτρινοπορτοκαλί μικρές μπαλίτσες. Δε μπορώ να τις βλέπω μα δε μπορώ να κάνω κι αλλιώς. Νιώθω θλίψη βαθιά. Και θέλω να σκίσω τα πράσινα και τα καφέ και θέλω να μείνω μόνη μου, γυμνή. Και να κρυφτώ και να μαζευτώ στη γωνιά μου. Και να μείνω έτσι για καιρό.
Όσο για τη μια, εκείνη τη μία μπαλίτσα, εκείνη την κιτρινοπορτοκαλί που κάνει τις ερωτήσεις που δεν έχουν απαντήσεις; Εκείνη δεν πέφτει ποτέ κάτω. Δεν το αντέχει. Ανοίγει τους πόρους της να βγουν οι ερωτήσεις της να καλύψουν το δρόμο, το θόρυβο, τις μυρωδιές, τη ζέστη, το κρύο. Και περιμένει. Στην αρχή δεν ήξερα τι περίμενε ούτε και μπορούσα να φανταστώ, μα κάθε φορά που συμβαίνει, αυτό που πάντα συμβαίνει, εκπλήσσομαι σα να ήταν η πρώτη φορά. Αυτό ποτέ δεν αλλάζει.
Ένας άνθρωπος. Ένας που τον βλέπω πάντα να έρχεται από μακριά με το ίδιο ύφος στα μάτια του, να πλησιάζει αργά χωρίς τίποτα να στέκεται εμπόδιο μπροστά του. Δεν υπολογίζει τους δρόμους και όλα τα άλλα. Δεν κοιτάζει ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Έχει κι αυτός ακούσει τις ερωτήσεις της και τις ξέρει και θέλει ένα σύντροφο κι αυτός. Έρχεται έτσι. Χωρίς κουβέντα, κοντοστέκεται μπροστά μου και την κοιτάζει. Και δεν κοιτάζει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά. Κοιτάζει εκεί καταπάνω της. Και τότε πάλι εγώ φοβάμαι, μαζεύομαι και περιμένω. Περιμένω την κίνηση του. Αυτός δεν είναι ούτε ΕΤΣΙ ούτε ΑΛΛΙΩΣ, είναι μόνος του. Και τότε απλώνει το χέρι του και προσπαθεί να τη βρει. Κουνάω τα αγκάθια μου και καμιά φορά τον πετυχαίνω αλλά αυτό δεν τον αποθαρρύνει καθόλου. Ψάχνει και στο τέλος το ξέρω θα το βρει αυτό που ψάχνει. Είναι κρυμμένη πίσω από πράσινα και από καφέ και ανοίγεται μπροστά του για να την πιάσει. Και την πιάνει και την κόβει και την παίρνει μαζί του και φεύγει. Και τότε ξέρω ότι η στιγμή που όλες τους θα πέσουν και εγώ θα μείνω μονάχη και γυμνή έχει φτάσει. Και δε ξέρω πως να το πω όλο αυτό, μόνο που από τη μια το χαίρομαι και από την άλλη το φοβάμαι. Για όλες τις άλλες ξέρω καλά και από που ήρθαν και τι έγιναν. Είναι μία, μονάχα μία κάθε φορά, που το δρόμο της θα ήθελα να τον ξέρω. Αλλά δεν τον ξέρω και δε θα το μάθω και ποτέ. Είναι αυτή η μία που τις ερωτήσεις της θέλει να της βγάλει πιο πέρα από τον πράσινο και καφέ και πορτοκαλί κόσμο της. Και φωνάζει το σύντροφό της και αυτός φτάνει και την παίρνει μακριά. Τι κι αν εγώ έμεινα μονάχη, δεν τη νοιάζει. Έχει βρει εκείνο που έψαχνε. Ένα χέρι να τη κρατά και να της δείχνει τους άλλους τους δρόμους που φεύγουν μακριά κάτω από το δάχτυλό του. Αυτό που δείχνει κάπου που κανείς δε ξέρει. Και φεύγουν. Κι έφυγαν, και οι ΕΤΣΙ και οι ΑΛΛΙΩΣ έμειναν. Αυτοί είναι εδώ και εγώ είμαι εδώ και περιμένω την επόμενη πορτοκαλοκίτρινη μπαλίτσα να έρθει, να δω μήπως αυτή τη φορά καταφέρω να φύγω κι εγώ μαζί της. Δε ξέρω αν υπάρχει ένας κάποιος που θα με πάρει μακριά κρατώντας με στο ένα του χέρι, να με δείχνει και να λέει: να η σύντροφός μου, που κάνει τις ίδιες ερωτήσεις και περίμενε εμένα για να βρούμε μαζί της απαντήσεις.

2 σχόλια:

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Απορω αν ξέρω να διαβάζω

Krotkaya είπε...

αχα.
δεν σχολιάζω, τα'χούμε πει, εμείς! :)